Γλυπτά Παρθενώνα: Παράθυρο για δανεισμό χωρίς αναγνώριση ιδιοκτησίας

Νέα δεδομένα στην εκστρατεία διεκδίκησης των Γλυπτών του Παρθενώνα δημιουργεί η αποκλειστική δήλωση του Βρετανικού Μουσείου προς «ΤΑ ΝΕΑ», στην οποία αλλάζει, για πρώτη φορά, το λεκτικό που χρησιμοποιεί σχετικά με τις προϋποθέσεις δανεισμού τους στην Ελλάδα.

ΛΟΝΔΙΝΟ. ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΔΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

Το ίδρυμα το οποίο στεγάζει τους ανεκτίμητους θησαυρούς που φιλοτέχνησε ο Φειδίας τον 5ο π.Χ. αιώνα και άρπαξε ο λόρδος Ελγιν στις αρχές του 19ου αιώνα, αμβλύνει σημαντικά τη φρασεολογία του και εμφανίζεται να «συζητά» τον άλλοτε αδιαπραγμάτευτο όρο της αναγνώρισης ιδιοκτησίας που έθετε παγίως ως απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε συζήτηση περί δανείου.

Ασφαλώς, η Ελλάδα ούτε αναγνωρίζει τους Βρετανούς ως ιδιοκτήτες των Γλυπτών, τα οποία θεωρεί κλεμμένα, ούτε ζητεί να τα δανειστεί, διεκδικώντας τη μόνιμη επιστροφή και επανένωσή τους με την υπόλοιπη ζωφόρο του Παρθενώνα.

Ωστόσο, είναι αξιοσημείωτη η επιλογή του Βρετανικού Μουσείου να αφαιρέσει τον όρο «προαπαιτούμενο» που χρησιμοποιούσε επί σειράν ετών και να τον αντικαταστήσει με την πρόταση «κανονικά, οι δανειολήπτες αναγνωρίζουν τον δανειστή ως ιδιοκτήτη».

Κορυφαίοι βρετανοί νομικοί και ειδικοί σε ζητήματα πολιτιστικής κληρονομιάς που μίλησαν στα «ΝΕΑ» έκαναν λόγο για «σημαντική αλλαγή» και «μείζονα στροφή» του Βρετανικού Μουσείου το οποίο φαίνεται να κάνει, για πρώτη φορά, ένα βήμα πίσω στις απαιτήσεις του.

Διπλωματική πηγή σημείωσε ότι η νέα διατύπωση «ίσως αφήνει ένα παραθυράκι για παραχώρηση χρήσης των Γλυπτών στην Ελλάδα μέσω λύσης “τύπου Παλέρμο”». Η επιστροφή, τον Ιανουάριο, του λίθου VI της ανατολικής ζωφόρου του Παρθενώνα από το Αρχαιολογικό Μουσείο του Παλέρμο Αντονίνο Σαλίνας έγινε υπό μορφή «κατάθεσης» («deposito»), χωρίς δηλαδή στη δανειακή σύμβαση να τεθεί το ζήτημα της ιδιοκτησίας.

Θα μπορούσε αυτό να ανοίξει τον δρόμο για την επιστροφή των «ελγινείων» (όπως ασεβώς τα αποκάλεσε πρόσφατα ο νέος πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου Τζορτζ Οσμπορν); «Το νέο λεκτικό των Βρετανών το αφήνει ανοικτό. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δέχονται να συζητήσουν τη μόνιμη επιστροφή που εμείς ζητάμε. Σίγουρα, όμως, αισθάνονται την ανάγκη να δείξουν ότι αμβλύνουν τη ρητορική τους, υπό την πίεση των εξελίξεων», τόνισε η ίδια πηγή.

Η νέα δήλωση. Στην πρώτη του τοποθέτηση για το θέμα των Γλυπτών εντός του 2022, το Μουσείο αιφνιδιάζει με την αλλαγή λεκτικού. Ερωτώμενος από «ΤΑ ΝΕΑ» αν εξακολουθεί να ισχύει η πάγια θέση του ιδρύματος ότι «προϋπόθεση για οποιοδήποτε δάνειο είναι η αποδοχή (σ.σ. από τον δανειολήπτη) της ιδιοκτησίας του δανειστή (σ.σ. επί του αντικειμένου)», ο εκπρόσωπος του Βρετανικού Μουσείου αρνήθηκε να επαναλάβει την επίμαχη δήλωση, την οποία έχει κάνει δεκάδες φορές στο παρελθόν στα «ΝΕΑ» και σε αρκετά βρετανικά ΜΜΕ.

Αντ’ αυτού, προέβη σε μια νέα δήλωση που αντικαθιστά την προηγούμενη. «Ολα τα αιτήματα δανεισμού εξετάζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η προστασία αντικειμένων που έχουν ιστορική σπουδαιότητα και είναι εύθραυστα είναι πρωταρχικής σημασίας, όπως επίσης και το ενδεχόμενο η μεταφορά τους να επηρεάσει την κατάσταση στην οποία βρίσκονται», είπε στα «ΝΕΑ» και πρόσθεσε:

«Κανονικά, οι δανειολήπτες αναγνωρίζουν ότι ο δανειστής έχει την κυριότητα των αντικειμένων που θέλουν να δανειστούν». Σημείωσε, τέλος, ότι «η ελληνική κυβέρνηση δεν συμφωνεί ότι το Βρετανικό Μουσείο έχει την κυριότητα των Γλυπτών, γεγονός που καθιστά πολύ δύσκολη τη συζήτηση για δάνεια».

Η χρήση του όρου «normally», που στα ελληνικά μεταφράζεται «κανονικά, κατά κανόνα, είθισται», προκαλεί έκπληξη.

«Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή – και εν μέρει παραδοχή – που διατυπώνεται προσεκτικά στη γλώσσα της διπλωματίας. Η δήλωση αυτή σηματοδοτεί μια μεταστροφή από πλευράς Βρετανικού Μουσείου και μια πιο μαλακή στάση η οποία υποδηλώνει την επιθυμία να κάνει αυτό που είναι σωστό, δηλαδή να επιστρέψει τα Μάρμαρα», δήλωσε στα «ΝΕΑ» ο διεθνούς φήμης βρετανός δικηγόρος Μαρκ Στίβενς, ο οποίος θεωρείται αυθεντία σε ζητήματα πολιτιστικών αγαθών και πνευματικής ιδιοκτησίας.

«Μέχρι πρότινος, ήταν απολύτως ξεκάθαροι ότι τα Μάρμαρα δεν πρόκειται να φύγουν. Υψωναν πάντοτε ένα τείχος. Τώρα, όμως, φαίνεται ότι αυτό δεν ισχύει πλέον. Νομίζω ότι τραβούν διαχωριστική γραμμή μεταξύ της προηγούμενης και της νέας θέσης τους. Η διαφορά είναι πολύ έντονη», τόνισε ο Στίβενς, ο οποίος ειδικεύεται στο δίκαιο των μουσείων και έχει ασχοληθεί διεξοδικά με την υπόθεση των Γλυπτών.

Η διαφορά. Ποια είναι, λοιπόν, η διαφορά; «Προηγουμένως, ήμασταν αντιμέτωποι με μια βεβαιότητα: ότι απαραίτητη προϋπόθεση για οποιοδήποτε δάνειο ήταν η ελληνική κυβέρνηση να αναγνωρίσει την ιδιοκτησία του Βρετανικού Μουσείου. Τώρα, όμως, μας λένε ότι “κανονικά” οι δανειολήπτες αναγνωρίζουν την ιδιοκτησία, άρα λένε ότι “δεν έχουμε πάντα αυτή την απαίτηση”. Εχουν αλλάξει θέση. Η αναγνώριση ιδιοκτησίας δεν αποτελεί πλέον προϋπόθεση. Ανοίγουν μια πόρτα», εξήγησε.

«Λένε, επίσης, ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν συμφωνεί ότι το Βρετανικό Μουσείο είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης, γεγονός που καθιστά τις συζητήσεις “πολύ δύσκολες” – όπως το θέτουν – αλλά όχι αδύνατες», συνέχισε ο Στίβενς, τον οποίον η εφημερίδα «Evening Standard» έχει συμπεριλάβει στη λίστα των «100 ανθρώπων με τη μεγαλύτερη επιρροή στο Λονδίνο».

Και κατέληξε: «Είμαστε μάρτυρες μιας τεράστιας στροφής. Νομίζω ότι τώρα είναι η ώρα να ξεκινήσετε συζητήσεις για να διαπιστώσετε αν τα λόγια συμβαδίζουν με τα έργα τους».

Μαζί του συμφωνούν και άλλοι ειδικοί. «Εκτιμώ ότι η νέα διατύπωση σηματοδοτεί μια μικρή αλλά πολύ σημαντική αλλαγή της θέσης του Βρετανικού Μουσείου. Επί μακρόν, το Μουσείο μιλούσε για “προαπαιτούμενο” ζητώντας από την Ελλάδα να αποδεχθεί ότι έχει τίτλο ιδιοκτησίας προτού εξετάσει το ενδεχόμενο δανείου. Αυτό το “προαπαιτούμενο” ήταν ανέκαθεν ασυνήθιστο, διότι το Μουσείο δεν το θέτει σε κανέναν άλλον. Δεν περιλαμβάνεται στη Δανειακή Πολιτική του, κάτι που σημαίνει ότι δεν συνιστά απαίτηση για τους υπόλοιπους δανειολήπτες πλην της Ελλάδας», δήλωσε στα «ΝΕΑ» ο Αλεξάντερ Χέρμαν, διευθυντής του φημισμένου βρετανικού Ινστιτούτου Τέχνης και Δικαίου (Institute of Art and Law).

«Το νέο λεκτικό παραπέμπει στον τρόπο που συνήθως συνάπτονται τα δάνεια στο Βρετανικό Μουσείο και αλλού. Θα μπορούσε κάποιος να εικάσει ότι οι δανειολήπτες αποδέχονται τον τίτλο του δανειστή, αλλά αυτό ποτέ δεν διατυπώνεται ρητά σε μια δανειακή σύμβαση. Επομένως, η νέα διατύπωση είναι αναμφίβολα λιγότερο κατηγορηματική και φαίνεται να υποδηλώνει μεγαλύτερη δεκτικότητα εκ μέρους του Βρετανικού Μουσείου να διαπραγματευτεί το ενδεχόμενο δανείου», σημείωσε ο Χέρμαν, συγγραφέας του βιβλίου «Restitution – The Return of Cultural Artefacts» (Αποκατάσταση: Η επιστροφή πολιτιστικών αγαθών).

«Αντιλαμβάνομαι ότι στην Ελλάδα τόσο η αναγνώριση ότι το Βρετανικό Μουσείο έχει τίτλο ιδιοκτησίας, όσο και η αποδοχή ενός δανείου, είναι ανεπιθύμητες ενέργειες, ωστόσο υπάρχουν τρόποι να μπει στην άκρη το ζήτημα της ιδιοκτησίας, ώστε να αποφευχθούν ενδεχόμενες πολιτικές επιπτώσεις, όπως στην περίπτωση του Παλέρμο», υπογράμμισε.

«Ο όρος “κανονικά” χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει πιθανότητα παραβίασης του “κανόνα”, ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλη ή μικρή είναι αυτή. Δηλαδή, όταν μπορεί να γίνει μια εξαίρεση. Επομένως, η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί αυτή την πιθανότητα, αν και υποθέτω ότι οι επίτροποι του Μουσείου δεν θα ήταν διατεθειμένοι να κάνουν μια τέτοια εξαίρεση», είπε στα «ΝΕΑ» ο καθηγητής του Κέιμπριτζ Πολ Κάρτλετζ, αντιπρόεδρος της Βρετανικής Επιτροπής για την Επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα (BCRPM).

Σε δύσκολη θέση. Επειτα από την επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Λονδίνο, τον περασμένο Νοέμβριο, και την επιστροφή του παρθενώνιου θραύσματος από το Παλέρμο, το Βρετανικό Μουσείο δείχνει πιο απομονωμένο από ποτέ, με τις δημοσκοπήσεις να καταδεικνύουν τη σταθερή υποστήριξη της βρετανικής κοινής γνώμης στο ελληνικό αίτημα.

Στην πίεση που του ασκείται συνέτειναν η ιστορική στροφή των «Τάιμς» υπέρ της Ελλάδας και η μεταστροφή ενός διαρκώς αυξανόμενου αριθμού προσωπικοτήτων της δημόσιας ζωής, μεταξύ τους ο πρώην υφυπουργός Πολιτισμού των Συντηρητικών Εντ Βέιζι, αλλά και η αποκάλυψη των «ΝΕΩΝ» – η οποία την Τρίτη συζητήθηκε στη Βουλή των Λόρδων – ότι παλιότερα ο Μπόρις Τζόνσον διακήρυττε με πάθος ότι τα Γλυπτά πρέπει να επιστραφούν.

«Οχι» σε μόνιμη παραχώρηση. Με εξαίρεση αυτή τη νέα – πολλά υποσχόμενη – διατύπωση, κατά τα λοιπά το Μουσείο εμμένει στην αδιάλλακτη στάση του. Ερωτώμενος από «ΤΑ ΝΕΑ» αν θα εξέταζε τη μόνιμη επιστροφή των Γλυπτών στην Αθήνα και την έκθεση αντιγράφων στο Λονδίνο (όπως πρότεινε πρόσφατα το βρετανικό Ινστιτούτο Ψηφιακής Αρχαιολογίας, αλλά και δύο βρετανοί βουλευτές), ο εκπρόσωπος του ιδρύματος απάντησε αρνητικά.

«Τα Γλυπτά του Παρθενώνα διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην αφήγηση της παγκόσμιας ιστορίας στο Βρετανικό Μουσείο. Μαζί με την υπόλοιπη συλλογή, βοηθούν το σύγχρονο κοινό να δει πώς ο κόσμος που γνωρίζουν έχει διαμορφωθεί από το παρελθόν. Εκατομμύρια άνθρωποι μας επισκέπτονται κάθε χρόνο για να μάθουν τις ιστορίες λαών και πολιτισμών από τις απαρχές της ανθρώπινης Ιστορίας μέχρι σήμερα».

Κι όσο για την Ελλάδα, ας… αρκεστεί στα αντίγραφα που έχει, όπως πρόσθεσε προκλητικά. «Τα αντίγραφα των Γλυπτών του Βρετανικού Μουσείου (sic) βρίσκονται στο Μουσείο Ακρόπολης, όπου εκτίθενται μαζί με τα υπόλοιπα Γλυπτά που αφαιρέθηκαν από τον Παρθενώνα τις τελευταίες δεκαετίες. Σήμερα σώζεται μόνο το 50% των Γλυπτών, καθώς πολλά από αυτά χάθηκαν στο πέρασμα της Ιστορίας. Τώρα, δύο σπουδαία μουσεία μοιράζονται τον ρόλο του θεματοφύλακα της πλειονότητας των σωζόμενων Γλυπτών. Το Βρετανικό Μουσείο είναι πεπεισμένο ότι τα δύο αυτά ιδρύματα έχουν σαφώς καθορισμένους ρόλους».

Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο δανεισμού, ο εκπρόσωπος του πρώτου δημόσιου εθνικού μουσείου στον κόσμο, που ιδρύθηκε το 1753, σημείωσε ότι «ουδέποτε μας έχει ζητηθεί δανεισμός των Γλυπτών του Παρθενώνα από την Ελλάδα ή από το Μουσείο Ακρόπολης», παραβλέποντας τόσο ότι η Ελλάδα διεκδικεί τη μόνιμη επανένωσή τους, όσο και ότι δεν πρόκειται να δεχθεί ότι τα Γλυπτά ανήκουν στους Βρετανούς (όρος που φαίνεται τώρα να είναι υπό συζήτηση από το Μουσείο).

«Εχουμε μια ισχυρή σχέση με τους συναδέλφους μας στο Μουσείο Ακρόπολης και είμαστε ιδιαίτερα πρόθυμοι να διερευνήσουμε μαζί τους οποιοδήποτε αίτημα για δάνειο», είπε στα «ΝΕΑ».

Ωστόσο, δεν απάντησε στο ερώτημα εάν θα μπορούσε να συμφωνηθεί ένα «επ’ αόριστον» δάνειο, σημειώνοντας μόνο ότι το Μουσείο ζητεί από τους δανειολήπτες «να εγγυηθούν ότι το αντικείμενο θα επιστραφεί στο Μουσείο στο τέλος της περιόδου δανεισμού».

«Το Βρετανικό Μουσείο εξακολουθεί να επιμένει στο μύθευμα ότι αφηγείται την πλήρη ιστορία κρατώντας τα μισά Γλυπτά του Παρθενώνα στο Λονδίνο. Ακόμη κι ένα μικρό παιδί ξέρει ότι μισό και μισό κάνουν ένα. Τα Γλυπτά είναι διαμελισμένα: το μισό άλογο βρίσκεται εδώ και το άλλο μισό καλπάζει παραπέρα – είναι τρελό αυτό! Τα Γλυπτά φτιάχτηκαν για να είναι μαζί και μια μέρα θα ξαναβρεθούν εκεί που ανήκουν», δήλωσε στα «ΝΕΑ» η πρόεδρος της BCRPM Τζάνετ Σούζμαν.

«Η επιμονή του Βρετανικού Μουσείου ότι το αφήγημα που δημιουργεί κρατώντας τα κατακερματισμένα Γλυπτά είναι πιο σημαντικό από το αφήγημα της επανένωσης, είναι σοκαριστική. Ο σεβασμός σε αυτή την απαράμιλλη συλλογή πρέπει να υπερισχύσει του εγωισμού ή της απληστίας που κρατά τα Γλυπτά τόσο βάναυσα – και εγκληματικά – διαιρεμένα» τόνισε η Μάρλεν Γκόντγουιν, υπεύθυνη Διεθνών Σχέσεων της BCRPM.

Πηγή: TA NEA

image0 21 Discover Greece in the UK

Share:

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on pinterest
Pinterest
Share on linkedin
LinkedIn
Add your listing
Let’s connect, let’s evolve. Join our newsletter!
Search
On Key

Related Posts

Stay in the Know

Subscribe to Our Newsletter