Brain Gain σε πρώτο πρόσωπο: Αυτοί που γύρισαν

Οικονομική κρίση και επαγγελματικά όνειρα οδήγησαν τις τελευταίες δύο δεκαετίες περισσότερο από μισό εκατομμύριο Έλληνες στο εξωτερικό. Σήμερα, μερικοί από αυτούς επιχειρούν το μεγάλο βήμα και επιστρέφουν σε μια χώρα αρκετά διαφορετική από εκείνη που άφησαν κάποτε. Τι τους έφερε πίσω; Τι τους έλειψε; Και τι ονειρεύονται; Το «Κ» συζητά με έξι συμπατριώτες μας την ώρα που ζυγίζουν τα νέα δεδομένα της ζωής τους.

Γράφει η Βάλια Δημητρακοπούλου για την Καθημερινή. 

Σήμερα, μια δεκαετία μετά την έκρηξη της κρίσης, το ελληνικό κράτος προσπαθεί να επαναπατρίσει τους Έλληνες του brain drain, αφενός μέσω ευνοϊκής φορολόγησης (50% μείωση φορολογίας για επτά χρόνια σε όσους μεταφέρουν τη φορολογική κατοικία τους στην Ελλάδα) και αφετέρου υποστηρίζοντας ότι η χώρα έχει αναρρώσει από τις παραδοσιακές της παθογένειες και λογίζεται πλέον ως μια οικονομικά ανερχόμενη δύναμη στην περιφέρεια της Ευρώπης.

Έχοντας ζήσει στη Γαλλία τα τελευταία 12 χρόνια και σκοπεύοντας να επιστρέψω, κι εγώ, μέσα στο επόμενο διάστημα, ενδιαφέρθηκα να μάθω τι κρύβεται πίσω από τους αριθμούς και ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν το ρίσκο και την ευθύνη της επιστροφής. Τι μέτρησε στην επιλογή τους; Πόσο καιρό το σκέφτονταν; Ήταν απότομη η προσγείωση στην ελληνική πραγματικότητα; Οι κουβέντες ήταν εξαιρετικά κατατοπιστικές και ποικιλόμορφες, εφόσον το δείγμα ήταν εντελώς ετερόκλητο. Κάποιοι είδαν τον μισθό τους να μειώνεται, αλλά δεν αισθάνονται τον συμβιβασμό, γιατί δεν μεταφράζονται τα πάντα σε χρήμα.

Άλλοι αναρωτιούνται πώς θα τονώσουμε το επιχειρηματικό και επενδυτικό πνεύμα στην Ελλάδα, ενώ κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι άνθρωποι που έζησαν στο εξωτερικό θα δημιουργήσουν υγιή ανταγωνισμό και ανάπτυξη. Δεν λείπουν και αυτοί που επέλεξαν την Ελλάδα λόγω της πανδημίας· ποτέ τα χιλιόμετρα δεν τους είχαν φρενάρει από το να βρίσκονται κοντά στην οικογένειά τους. Κάποιοι είναι απόλυτα ικανοποιημένοι με την επιλογή τους, άλλοι βρίσκονται ακόμη στον μήνα του μέλιτος με τη χώρα ή περιμένουν να δουν τι μέλλει γενέσθαι. Κανένας δεν το βάζει κάτω. Γιατί, τελικά, δεν υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία αξίζει κανείς να παλεύει· η πατρίδα μοιάζει να είναι ένα απ’ αυτά.

Ευδοκία Καφφέ
37 ετών, σύμβουλος επιχειρήσεων, ειδική σε ενεργειακά θέματα, BCG
Ελβετία 2009-2019

brain-gain-se-proto-prosopo-aytoi-poy-gyrisan0

«Η εμπειρία μου λέει ότι η ποιότητα ζωής στην Ελλάδα δεν συγκρίνεται»

 

Θέλοντας να έχει εναλλακτικές και ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών, η Ευδοκία Καφφέ μπήκε στο Πολυτεχνείο το 2002 στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και, όταν τέθηκε το ζήτημα του μάστερ, αποφάσισε να πάει στη Ζυρίχη. Ήταν λίγο τυχαίο και χωρίς απαραίτητα ένα συγκεκριμένο πλάνο τού πώς θα ήταν η ζωή εκεί: για παράδειγμα, η Ευδοκία δεν μιλούσε λέξη γερμανικά, αλλά σκέφτηκε «δεν πειράζει, εφόσον το Πολυτεχνείο είναι αγγλόφωνο». Δύο χρόνια μετά, με το μεταπτυχιακό υπό μάλης, άρχισε να ψάχνει για δουλειά, ξεκινώντας εντατικά μαθήματα γερμανικών. Αυτό που δεν είχε υπολογίσει όταν την πήραν στην εταιρεία ηλεκτρικού της Ζυρίχης ήταν ότι θα έπρεπε να μάθει και το τοπικό ιδίωμα για να συνεννοείται με τους συναδέλφους της: «Δεν καταλάβαινα ούτε καν το θέμα της συζήτησης». Όταν λοιπόν, δέκα χρόνια μετά, έχει αφομοιωθεί πλήρως, μιλάει τις γλώσσες και ξέρει ότι σε λίγο καιρό θα πάρει το ελβετικό διαβατήριο, δεν περιμένει να τεθεί το ζήτημα του επαναπατρισμού. «Μου έγινε πρόταση να γυρίσω από μια εταιρεία διεθνή, αναγνωρισμένη, και σε μια θέση που θα μου προσέφερε ένα καλό βιοτικό επίπεδο στην Ελλάδα. Ήξερα ότι, και να το μετανιώσω, θα είχα εναλλακτικές σε όλο τον κόσμο». Φυσικά, κάθε τέτοια αλλαγή εμπεριέχει και συμβιβασμούς: «Έχανα τους φίλους μου στην Ελβετία, δεν πήρα το ελβετικό διαβατήριο και θα είχα λιγότερη αγοραστική δύναμη, εφόσον ο μισθός μου θα ήταν χαμηλότερος».

Δεν μετράει όμως μόνο αυτό στην απόφαση: «Μπορεί να μην μπορούσα να φεύγω Σαββατοκύριακα σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όσο εύκολα το έκανα παλιότερα, αλλά η ποιότητα ζωής στην Ελλάδα δεν συγκρίνεται. Κάθε Σαββατοκύριακο μπορείς να είσαι στη θάλασσα». Ειδικά αν συνυπολογίσουμε ότι ενάμιση χρόνο τώρα οι αποδράσεις δεν είναι παιχνίδι, είναι πολύ χαρούμενη με την επιλογή της: «Οι βόλτες ακόμη και μέσα στην περίοδο του κορωνοϊού στην Αθήνα ήταν φανταστικές. Ζω ακόμη τον μήνα του μέλιτος με την πόλη. Άλλοι ένιωσαν σπίτι τους την κατοικία τους στο εξωτερικό, εγώ πάντα είχα σαν σπίτι μου το πατρικό μου στην Αθήνα». Συζητάμε για το τι σημαίνει για την αγορά εργασίας η εισροή επαναπατρισμένων Ελλήνων: «Είναι ένας σοβαρός προβληματισμός. Θεωρώ ότι το να έχεις περάσει από το εξωτερικό βελτιώνει πάρα πολύ τον χαρακτήρα σου και έχεις εμπειρίες που μπορείς να φέρεις στην Ελλάδα. Αλλά πρέπει να δοθούν ευκαιρίες και σε ανθρώπους που δεν είχαν τη δυνατότητα να φύγουν. Η χώρα οφείλει να φέρει σε επίπεδο διοίκησης ανθρώπους που έχουν δει πράγματα έξω και να απορροφήσει και αυτούς που έμειναν στην Ελλάδα».

Έκτορας Χανδακάς
36 ετών, assistant COO, ΤΡΑΙΝΟΣΕ
Γαλλία 2006-2021

brain-gain-se-proto-prosopo-aytoi-poy-gyrisan2

«Η Αθήνα προσφέρει πράγματα που δεν είναι κατ’ ανάγκη τα πιο ακριβά»

Έφυγε από την ΕΛΛΑΔΑ για το Παρίσι λίγο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες και γύρισε 15 χρόνια μετά, το καλοκαίρι. Ακολούθησε ένα νέο, τότε, πρόγραμμα διπλού πτυχίου πολιτικού μηχανικού του Πολυτεχνείου και της École des Ponts et Chaussées. «Τότε δεν σκεφτόμουν ότι θα έμενα 15 χρόνια. Σκεφτόμουν ότι θα πάω μερικά χρόνια κι έπειτα θα συνεχίσω αλλού, αλλά με κράτησε το Παρίσι, γιατί για τον τομέα μου, τις συγκοινωνίες, η Γαλλία είναι μια καλή αρχή». Παράλληλα με τη δουλειά στον Transdev, ο Έκτορας έκανε διδακτορικό και δίδασκε στους φοιτητές της σχολής. «Μόνο τα τελευταία χρόνια άρχισα να σκέφτομαι να γυρίσω, γιατί προσωπικά ζούσα καλά, επαγγελματικά ήμουν σε ένα εποικοδομητικό οικοσύστημα, με όραμα, ευθύνες και αρμοδιότητες που με οδηγούσαν να καινοτομώ». Ένιωθε πλήρης και το σπίτι του ήταν πλέον το παρισινό του διαμέρισμα. «Με όλους τους περιορισμούς και τα θέματα ενός σπιτιού στο Παρίσι, και την πίεση και την ένταση της πόλης, ειδικά αν νιώθεις όπως εγώ ότι πρέπει να το εκμεταλλευτείς στο έπακρο, την πολιτιστική ζωή, τα καφέ, τα μπαρ και τις αποδράσεις. Ένιωθα άνετα στο Παρίσι μέχρι και που έφυγα». Αυτό που μέτρησε στην απόφασή του να επιστρέψει ήταν η ποιότητα ζωής που θα έβρισκε. «Ακόμη και με το ανεβασμένο πλέον κόστος ζωής στην Αθήνα, η πόλη προσφέρει πράγματα που δεν είναι κατ’ ανάγκη τα πιο ακριβά. Το να μπορείς να κάνεις το μπάνιο σου σε είκοσι λεπτά σε μια παραλία είναι ανεκπλήρωτο όνειρο στο Παρίσι». Και το στοίχημα που αισθάνεται να έχει αναλάβει στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ είναι μεγάλο: «Στη Γαλλία δούλευα για τη βελτίωση σιδηροδρομικών υπηρεσιών και χαιρόμουν να έχω βάλει το χέρι μου ώστε να υπάρχει δίκτυο στην τάδε πόλη. Αν μπορέσω να το κάνω και στην Ελλάδα, θα είμαι ικανοποιημένος». Και συμπληρώνει: «Αυτό που πρέπει να μάθει κανείς είναι ένας τρόπος σκέψης που θα του επιτρέψει να πηγαίνει μπροστά, γιατί τα πράγματα εξελίσσονται ραγδαία και, αν δεν το κάνεις κι εσύ, είναι σαν να πηγαίνεις πίσω». Το μόνο που τον φοβίζει; «Η πιθανότητα ενός συστημικού ατυχήματος, δηλαδή ότι ναι μεν η χώρα έχει μια δυναμική και θέλω να είμαι μέρος της, αλλά μπορεί κάτι να πάει στραβά και να χρειαστεί να φύγω όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη. Να συμβεί μία ακόμη κρίση, για παράδειγμα. Υπάρχει πάντα αυτό το ρίσκο». 

Βαγγέλης Ρούσσο
42 ετών, γαστρεντερολόγος, νοσοκομείο «Μητέρα» και Imperial στο Λονδίνο
Μ. Βρετανία 1998-2021

brain-gain-se-proto-prosopo-aytoi-poy-gyrisan4

«Το σπίτι σου είναι γενετικά εντυπωμένο και είναι η Ελλάδα»

Όταν έφυγε για το Λονδίνο μετά το λύκειο, το 1998, ήταν μια άλλη Αθήνα, δεν υπήρχε καν μετρό στην πρωτεύουσα. Έκανε τις σπουδές του στο UCL κι έπειτα ξεκίνησε ειδικότητα, αρχικά από το τμήμα επειγόντων περιστατικών καταλήγοντας, μετά από 14 χρόνια, διευθυντής σε μια κλινική μέσα στο Imperial College. Από τις αρχές του 2017 έμεινε στο Imperial ως ειδικευμένος, εστιάζοντας την ενέργειά του σε ερευνητικά και κλινικά πρότζεκτ. Αυτά τα πρότζεκτ, από το καλοκαίρι που επέστρεψε με την Ελληνίδα σύζυγό του και τα δύο παιδιά τους, 10 και 11 ετών, θα συνεχιστούν στο δεκαήμερο που θα περνάει κάθε μήνα στο Λονδίνο. «Κάθε χρόνο τον Σεπτέμβριο κάναμε μια ετήσια ανασκόπηση και σύγκριση των δύο χωρών, για να δούμε αν αξίζει να παραμένουμε στο εξωτερικό. Τα τελευταία χρόνια η ζυγαριά είχε αρχίσει να γέρνει από την άλλη». Ο κορωνοϊός έπαιξε τον ρόλο του, γιατί τους εγκλώβισε στην Αγγλία για έναν χρόνο. Φυσικά, δεν ήταν ο μόνος λόγος της μετακόμισης στην Ελλάδα. «Παρατηρούσα δείγματα ότι η χώρα ανακάμπτει· ότι προσπαθεί να προσελκύσει αυτούς που έφυγαν, ότι υπήρχαν εξωστρεφή σχέδια και η νοοτροπία άλλαζε. Μπορεί να μην είχαν σχέση με το δικό μου αντικείμενο, αλλά υπήρχε ένας ενθουσιασμός». Τι σημαίνει όμως για τον ίδιο η πατρίδα; «Η έννοια της πατρίδας είναι ένα χαρακτηριστικό της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας πολύ πιο ανεπτυγμένο σε σχέση με άλλες δυτικές χώρες. Δεν έχει σημασία πόσο ευδοκιμείς και πόσο καλά περνάς ή πόσο επιτυχημένος ή δικτυωμένος είσαι στην καινούργια σου χώρα, το σπίτι σου είναι γενετικά εντυπωμένο, είναι η Ελλάδα». Αυτό το σπίτι, βέβαια, για κάποιους έχει υπάρξει φυλακή. «Εάν ήμαστε από εκείνους που είχαν σκαλώσει στην Ελλάδα και είχαμε χάσει τα 10, 15 πρώτα παραγωγικά μας χρόνια υποφέροντας από τις παθογένειες και την κρίση, θα κάναμε άλλη κουβέντα», λέει ο Βαγγέλης. Του μιλάω για μια υποθετική εχθρικότητα που μπορεί να υπάρξει από αυτούς που έμειναν πίσω και οι επαναπατρισμένοι τούς ανταγωνίζονται για θέσεις εργασίας: «Το καταλαβαίνω. Έρχεται ο άλλος με τις ξένες σπουδές και την αδιάκοπη επαγγελματική πορεία του, τις περγαμηνές του και με μια ευνοϊκή φορολογική αντιμετώπιση, ενώ εσύ είχες ταμπουρωθεί και περίμενες υπομονετικά να περάσει μια καταιγίδα 12 χρόνων, για την οποία εξαρχής δεν είχες καμία ευθύνη». Υπάρχει και αντίλογος βέβαια: «Ναι μεν στο εξωτερικό μπορείς να εξελιχθείς και υπάρχει αξιοκρατία, αλλά εδώ σε μαθαίνουν να είσαι σκληροτράχηλος, ανθεκτικός και να αντέχεις στις αντιξοότητες. Σε κάθε περίπτωση, το μεγάλο στοίχημα είναι τα δύο αυτά υποσύνολα της γενιάς μας να περάσουν από τον ανταγωνισμό στη συνεργασία και να αντλήσουν βιώματα και know how το ένα από το άλλο».

Λένα Γκόβαρη
37 ετών, δημοσιογράφος
Γαλλία 2012-2019

brain-gain-se-proto-prosopo-aytoi-poy-gyrisan6

«Μου έλειπε το να γράφω και να εκφράζομαι στη γλώσσα μου»

Ως ερωτική μετανάστρια βρέθηκε η Λένα στο Le Mans κι έπειτα στο Παρίσι, ακολουθώντας τον  Έλληνα σύντροφό της, που θα δίδασκε στο πανεπιστήμιο εκεί. Πριν απ’ αυτό, είχε σπουδάσει δημοσιογραφία και είχε εργαστεί σε ελληνικά μέσα. Για να εισαχθεί στην αγορά εργασίας, αποφάσισε να κάνει ένα μάστερ και η πρακτική της ήταν σε ένα περιοδικό μόδας. Οι δουλειές που έκανε στο Παρίσι ήταν από πράγματα άσχετα με τον χώρο της δημοσιογραφίας μέχρι σε digital marketing και μαθήματα ελληνικών σε Γάλλους. «Μετά από επτά χρόνια στη Γαλλία, συνειδητοποίησα ότι μου έλειπε η δουλειά μου, το να γράφω και να εκφράζομαι στη γλώσσα μου, που το έκανα πολύ καλύτερα από ό,τι στα γαλλικά και στα αγγλικά. Οπότε, όσο ξαφνικά ήρθα στη Γαλλία, τόσο ξαφνικά γύρισα. Όχι από νοσταλγία». Δεν τα βρήκε πολύ εύκολα με την επιστροφή της η Λένα. «Ούσα ξένη στο Παρίσι, πήγαινα με τη σπαστή προφορά μου και με λάθη και με προσλάμβαναν σε δουλειές. Κι έπειτα ήρθα στη χώρα μου, με ένα δυνατό βιογραφικό, ένας άνθρωπος που έχει περάσει από το Παρίσι, έχει παρακολουθήσει Εβδομάδα Μόδας και έχει γράψει σε τρεις γλώσσες, έχει εξελιχθεί, και πήγαινα σε συνεντεύξεις μόνο αν είχε μεσολαβήσει φίλος ή γνωστός και για κάποιον διαβολεμένο λόγο προτιμούσαν όποιον ήταν πιο φθηνός ή είχε λιγότερα προσόντα ή ήταν ξάδελφος κάποιου». Η Λένα είναι αρκετά πικραμένη από τον χώρο της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα μετά από διάφορες εμπειρίες, μεταξύ των οποίων και μια παρ’ ολίγον πρόσληψη που διακόπηκε χωρίς εξηγήσεις: «Είχαμε συμφωνήσει και είχα παραιτηθεί από άλλη δουλειά, και με πήραν τηλέφωνο να μου πουν ότι “λυπάμαι δεν θα συνεργαστούμε”. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί στη Γαλλία. Το ότι γίνεται με τόση ευκολία το “κρέμασμα” με σόκαρε πολύ, έπαθα κρίσεις πανικού». Στην Ελλάδα, υποστηρίζει, «σε ορισμένους κλάδους οι εργαζόμενοι φοβούνται να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους και να υπερασπιστούν αυτά που έχουν συμφωνήσει». Παρ’ όλα αυτά, η Λένα δεν το βάζει κάτω, συνεχίζει τα μαθήματα ελληνικών σε ξένους και συνεργάζεται με διάφορα μέσα, όπως η Liquid Media και το Αθηνόραμα. «Η Αθήνα έχει γίνει μια ανήσυχη ευρωπαϊκή πόλη που κάνει πολιτιστικές δράσεις, που ψάχνεται. Κάποιοι άνθρωποι, και όχι απαραίτητα η νέα γενιά, βρίσκονται σε θέσεις-κλειδιά σε εργασιακούς χώρους και δημιουργούν ένα χωνευτήρι πολιτισμών. Αυτό θα μας σώσει».

Κωνσταντίνος Καλλίγερος
45 ετών, συνδιοικητής στη Zarbis Pharmaceuticals, καθηγητής Οικονομικών στο γαλλικό Business School EDHEC
Μ. Βρετανία-ΗΠΑ 2000-2020

brain-gain-se-proto-prosopo-aytoi-poy-gyrisan8

«Δεν ήθελα τα παιδιά μου να μεγαλώσουν σε μια “φούσκα” πλουσίων»

Μετά τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Πολυτεχνείου, ο Κωνσταντίνος Καλλίγερος έφυγε στα 24 του για το MIT, όπου και έκανε το διδακτορικό και post doc του στη Βοστώνη. Το 2006 μετακόμισε στο Λονδίνο για να εργαστεί σε μια μεγάλη τράπεζα. Τα επόμενα χρόνια έγινε επικεφαλής τμήματος σε τράπεζα και λέκτορας στο business school EDHEC στη Γαλλία. Όταν το 2011 γνώρισε την Ελίζαμπεθ, που καταγόταν από τη Ρωσία αλλά είχε ζήσει σε πολλές χώρες, της είπε ότι ίσως κάποτε να ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η Ελίζαμπεθ ήταν ανοιχτή σε αυτό, παντρεύτηκαν γρήγορα και ήρθε ένα παιδί κι έπειτα η έκπληξη: δίδυμα. «Τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια είχα αρχίσει να σκέφτομαι περισσότερο ότι θα ήθελα να θέσουμε έναν ορίζοντα δράσης, να συμφωνήσουμε στις συνθήκες που θα μας κάνουν να φύγουμε. Υπήρχε μια απροθυμία, γιατί στο Λονδίνο ήμασταν μια χαρά. Και η δική μου και η καριέρα της Ελίζαμπεθ στα οικονομικά πήγαινε πολύ καλά». Όμως οι ρυθμοί ήταν άγριοι. Ο Κωνσταντίνος θυμάται πως «φεύγαμε στις έξι το πρωί, ώστε να μη δούμε τα παιδιά μας, γιατί αν ξυπνούσαν θα έκλαιγαν επί δύο ώρες για να μη φύγουμε. Ήταν τριάμισι ο πρώτος και ενός τα δίδυμα». Έπειτα εκείνη πήγε σε μια μικρότερη εταιρεία, για να ανασάνει λίγο, και πάνω εκεί χτύπησε η πανδημία. «Λοκντάουν, τρία μικρά παιδιά, δύο νταντάδες, δουλειά πλήρους απασχόλησης στο σπίτι και ξαφνικά τα παιδιά ηρεμούν, αφού συνειδητοποιούν ότι δεν θα φεύγαμε για 13 ώρες κάθε μέρα. Έρχονταν στο δωμάτιο όπου δουλεύαμε και ρωτούσαν: “Δουλεύετε; Ήρθα για μια αγκαλιά”. Κι έφευγαν χαρούμενα». Η απόφαση να έρθουν στην Ελλάδα ήρθε λίγο μετά, σαν ένα πείραμα. «Αν το σιχαθείς, γυρνάμε πίσω», είπε ο Κωνσταντίνος στην Ελίζαμπεθ. Εκείνος θα αναλάμβανε θέση συνδιοικητή στην οικογενειακή φαρμακευτική επιχείρηση και παράλληλα άρχισαν μαζί μια νέα εταιρεία συμβούλων πράσινων επενδύσεων και διαχείρισης κινδύνου . Ήθελε τα παιδιά τους να μεγαλώσουν κοντά στους παππούδες τους, στα ξαδέλφια τους, σε μια πόλη στην οποία η εκπαίδευση δεν σε στραγγίζει οικονομικά. «Για να πάνε τα παιδιά σε ένα καλό ιδιωτικό σχολείο στην Αγγλία, θέλεις 70-80 χιλιάδες λίρες τον χρόνο». Άσε που ο Κωνσταντίνος δεν πίστευε ότι τα παιδιά πρέπει να μεγαλώνουν σε μια «φούσκα» πλουσίων. Οπότε προσγειώθηκαν στην αθηναϊκή πραγματικότητα: «Προφανώς ήταν δύσκολα στην αρχή, όταν έπρεπε να βγάλω ΑΜΚΑ για τη γυναίκα μου ή να συνδέσω το ηλεκτρικό, αλλά αυτό δεν είναι πουθενά εύκολο. Η ευχάριστη έκπληξη ήταν όσον αφορά τον δημόσιο τομέα, ίσως δεν λειτουργεί τόσο εύρυθμα όσο στην Αγγλία, αλλά είναι πολύ καλύτερα από ό,τι στο παρελθόν». Στον χώρο της δουλειάς, η πρώτη του εντύπωση είναι ότι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα είναι γενικά λιγότερο θαρραλέοι ή πρόθυμοι να πάρουν πρωτοβουλίες και οι προϊστάμενοι πιο ανασφαλείς από τα τυπικά στελέχη του City. Θεωρεί ότι αυτό σχετίζεται και με τη μακρόπνοη κρίση εδώ. «Από την άλλη, η ίδια κρίση έχει αναδείξει πρωτοπόρους νέους, ζιζάνια που καινοτομούν. Ελπίζω οι συνθήκες να μας ανταμείψουν».

Μάγια Κουτούζη
38 ετών, διεύθυνση και οργάνωση παραγωγής στον κινηματογράφο
Γαλλία 2001-2020

brain-gain-se-proto-prosopo-aytoi-poy-gyrisan10

«Μια επώδυνη περίοδος γλύκανε λίγο λόγω της επιστροφής»

H Μάγια Κουτούζη είχε μια δύσκολη χρονιά. Μετά από 20 χρόνια στη Γαλλία, αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα της μετά την πρώτη καραντίνα, για να είναι κοντά στην οικογένειά της και στον φίλο της, τον Δημήτρη – και γιατί «εκεί που σκέφτεσαι ότι είμαστε τρεις ώρες μακριά με το αεροπλάνο, σταματούν οι πτήσεις και τρελαίνεσαι στην ιδέα ότι μπορεί κάτι να συμβεί και να μην μπορείς να γυρίσεις. Ξαφνικά η απόσταση γίνεται πολύ μεγάλη». Γυρίζοντας, και αφού πέρασε ένα μικρό διάστημα στο σπίτι της στην Εύβοια, βρήκε την πρώτη της δουλειά στην Ελλάδα, στην οργάνωση παραγωγής σε μια ταινία. «Ήταν μια φοβερή ευκαιρία. Το γύρισμα της τύχης όμως ήταν τέτοιο, που η πρόταση ήρθε την ίδια μέρα με τη βιοψία της μητέρας μου». Η μητέρα της «έφυγε» μετά από τρεις μήνες από καρκίνο και η Μάγια βρέθηκε μόνη της, με το πένθος της, με την αδελφή της μακριά, να στηρίζει τον πατέρα της, που είναι ΑμεΑ, και να κολυμπάει στον ωκεανό της ελληνικής γραφειοκρατίας. «Κάνε πλάνα εσύ και ο Θεός θα γελάει. Αποφάσισα πως ό,τι κάνω θα το κάνω εδώ και τώρα, κι ας είναι τρέλα», λέει με την –στο αμάθητο αυτί– ανεπαίσθητη γαλλική προφορά της. Η Μάγια πήγε στο γαλλικό σχολείο και μεγάλωσε σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, ήταν φυσικό επακόλουθο να κάνει τις σπουδές της στο Παρίσι. «Δεν καταλάβαινα τίποτα όταν πήγα στο Παρίσι, όλοι μιλούσαν με αργκό κι εγώ ήξερα τα λογοτεχνικά γαλλικά του σχολείου. Έκανα έξι μήνες να κάνω φίλους». Όμως φίλους έκανε και, τελειώνοντας τις σπουδές της στο σινεμά, άρχισε να δουλεύει ως οπερατέρ κι ύστερα ως διευθύντρια παραγωγής. Η Ελλάδα έμοιαζε μακρινή: «Να κάνεις παρέα με Έλληνες στη Γαλλία είναι σαν να πίνεις ούζο εκτός Ελλάδας, απλώς δεν κολλάει», λέει. Αλλά η Ελλάδα ήταν και κοντινή: «Όταν προσγειώνεται το αεροπλάνο και βλέπεις τη θάλασσα, και άμα κάνει ζέστη το κίτρινο φως να φέγγει, δεν ξέρω πώς να το περιγράψω… είμαι σπίτι μου». Σήμερα, μερικούς μήνες μετά τον θάνατο της μητέρας της και εγκατεστημένη στο Κουκάκι με τον φίλο της, έτοιμη να ξεκινήσει να δουλεύει στην οργάνωση παραγωγής σε μια γαλλική σειρά που γυρίζεται στη χώρα μας, «ξανανιώθω την Αθήνα σαν το σπίτι μου, αλλά την ξανανακαλύπτω με άλλο μάτι, εκείνου που έχει φύγει. Βλέπω τον χαμό και την αταξία στην Ομόνοια και μου φαίνεται κάτι εξωτικό». Αυτή η περίοδος, που ήταν σαφώς επώδυνη, γλύκανε λίγο λόγω της επιστροφής: «Άρχισα να δουλεύω συγχρόνως με την αρρώστια της μητέρας μου. Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο με στήριξαν οι συνάδελφοί μου. Στη Γαλλία θα έδειχναν λιγότερη κατανόηση. Η ελληνική ιδιοσυγκρασία θέλει τους ανθρώπους πιο ευθείς, αν είναι να σου φωνάξουν, θα το κάνουν ευθέως. Τουλάχιστον θα ειπωθεί όπως είναι να ειπωθεί». Το πολιτισμικό σοκ, βέβαια, υφίσταται. Όχι στη δική της σχέση, όπου ο φίλος της τη βοηθάει πολύ, αλλά γενικά η πατριαρχία καλά κρατεί: «Στη Γαλλία οι άνδρες μοιράζονται τις δουλειές και τις υποχρεώσεις του σπιτιού, δεν τα κάνει όλα η γυναίκα και ο άνδρας απλώς γυρνάει απ’ τη δουλειά και ανεβάζει τα πόδια στο τραπέζι». 

Πηγή: Kathimerini.gr