Έρευνα της Ε.Ε έδειξε πως οι Έλληνες παίρνουν το πτυχίο αλλά δε βρίσκουν εύκολα δουλειά!

Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον τομέα της εκπαίδευσης και κατάρτισης των κρατών-μελών τής, παρουσιάζει ικανοποιητικά στοιχεία, καθώς όπως φαίνεται υπάρχει σημαντικής πρόοδος.

Η έκθεση για τη χρονιά που διανύουμε τώρα, είναι η έβδομη που εκδίδεται κατά σειρά και αποτυπώνει πλήρως την εξέλιξη των εκπαιδευτικών συστημάτων της ΕΕ. Τεκμηριώνοντας μεγάλο όγκο στοιχείων, μετρά την πρόοδο των κρατών μελών σχετικά με τους έξι στόχους για την εκπαίδευση και την κατάρτιση έως το 2020.

Σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από την έκθεση και με γνώνομα τους έξι στόχους που έχει θέσει η ΕΕ, πολύ κοντά σε αυτόν βρίσκεται το ποσοστό των μαθητών που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο και το ποσοστό των φοιτητών που ολοκληρώνουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Παράλληλα, ο στόχος έχει ξεπεραστεί για τα παιδιά τεσσάρων ετών και άνω που συμμετείχαν στην προσχολική εκπαίδευση.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει παράλληλα και τα ποσά που δαπανώνται για την εκπαίδευση, τα οποία αποτελούν σημαντική επένδυση για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, και έχουν αρκετό ενδιαφέρον όπως θα διαβάσεις παρακάτω.

Αναλυτικά οι έξι στόχοι:

1. Πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου Το μερίδιο των νέων 18 έως 24 ετών που έφθασαν στο επίπεδο γυμνασιακής εκπαίδευσης. Στόχος 2020: <10%. Ευρωπαϊκός μέσος όρος: 10,6% (άνδρες 12,1%, γυναίκες 8,9%).

Μικρότερο ποσοστό κατέγραψε η Κροατία με 3,1% και μεγαλύτερο η Μάλτα με 18,6%.

Η Ελλάδα είχε 6% (7,1% άνδρες- 4,9% γυναίκες και 3,8% στις πόλεις- 11,2% στις αγροτικές περιοχές).

Ο στόχος αφορά το μερίδιο των ατόμων που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση, το οποίο εξακολουθεί να μειώνεται, αν και παραμένουν περιοχές και ομάδες ανθρώπων που απέχουν πολύ από την επίτευξη τού. Ενώ στην ΕΕ κατά μέσο όρο οι γυναίκες έχουν φτάσει στο σημείο αναφοράς, η κατάσταση είναι πιο δύσκολη για τους άνδρες. Είναι επίσης πιο δύσκολη για τις νότιες και νοτιανατολικές χώρες, τα άτομα με μεταναστευτικό υπόβαθρο και όσους ζουν σε αγροτικές περιοχές.

2. Τριτοβάθμια εκπαίδευση- Το μερίδιο των ατόμων 30 έως 34 ετών που έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς τουλάχιστον τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στόχος: Τουλάχιστον 40%. Ευρωπαϊκός μέσος όρος: 39,9% (Άνδρες 34,9%, γυναίκες 44,9%).

Αν και ο στόχος 40% πρόκειται να καλυφθεί, οι μέσοι όροι κάθε χώρας συχνά καλύπτουν μεγάλες περιφερειακές διακυμάνσεις. Πάντως, στα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ τα επίπεδα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αυξήθηκαν σε σύγκριση με το 2011 και το 2014. Εξαίρεση αποτέλεσαν η Κροατία, η Ουγγαρία και, σε μικρότερο βαθμό, η Ισπανία και η Φιλανδία, όπου το ποσοστό του πληθυσμού με τριτοβάθμια εκπαίδευση μειώθηκε μεταξύ 2014 και 2017 – αν και οι δύο τελευταίες χώρες έχουν ποσοστά τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υψηλότερα από τον στόχο 40% της ΕΕ. Αντίθετα, την ίδια περίοδο καταγράφηκε αξιοσημείωτη αύξηση (μεγαλύτερη από 6 μονάδες) στην Τσεχική Δημοκρατία, την Ελλάδα και τη Σλοβακία. Ωστόσο, ούτε η Τσεχική Δημοκρατία ούτε η Σλοβακία έχουν επιτύχει ακόμη τον στόχο του 40%, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στο 43,7% (άνδρες 37%, γυναίκες 50,5%).

Μεταξύ των χωρών που έχουν ποσοστά τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κάτω του 40%, μόνο η Ρουμανία, η Ιταλία και η Κροατία (σε αύξουσα σειρά) δεν έχουν φτάσει το 30%. Δεκατρείς χώρες έχουν ποσοστά τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μεταξύ 40% και 50% και, στο ανώτερο άκρο του φάσματος, Σουηδία, Λουξεμβούργο, Ιρλανδία και Κύπρος (κατά αύξουσα σειρά) υπερβαίνουν το 50%. Τιμή ρεκόρ για το 2017 πέτυχε η Λιθουανία, με 58,0%.

3. Προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα- Το ποσοστό των παιδιών ηλικίας από 4 ετών έως την ηλικία υποχρεωτικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που συμμετέχουν στην εκπαίδευση (νηπιαγωγείο- παιδικός σταθμός). Στόχος 2020: 95%. Ευρωπαϊκός μέσος όρος: 95,3%.

Μέχρι το 2016, ο στόχος είχε επιτευχθεί από 14 χώρες (Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Βέλγιο, Δανία, Μάλτα, Κάτω Χώρες, Ισπανία, Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Σουηδία, Λετονία και Αυστρία). Μεταξύ των χωρών που βρίσκονται ακόμη κάτω από τον στόχο, σημειώθηκε σημαντική βελτίωση (αύξηση άνω των 4 ποσοστιαίων μονάδων) μεταξύ 2013 και 2016 στην Πολωνία, την Κύπρο, την Τσεχική Δημοκρατία και τη Λιθουανία. Η μόνη χώρα με αξιοσημείωτη μείωση του ποσοστού κατά τη διάρκεια των τριών αυτών ετών είναι το Λουξεμβούργο, το οποίο βρίσκεται λίγο κάτω από τον στόχο. Οι δύο χώρες με τη μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ των ποσοστών που επιτεύχθηκαν και του επιδιωκόμενου επιπέδου είναι η Κροατία και η Σλοβακία, με ποσοστά συμμετοχής μόλις πάνω από 75%.

Τέλος, η Ελλάδα, σημείωσε μέτρια βελτίωση (αύξηση σχεδόν 3 μονάδων) φθάνοντας το 79,8% το 2016.

4. Ανεπαρκής επίδοση στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες – Το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 15 ετών που δεν κατάφεραν να φθάσουν στο γυμνασιακό επίπεδο για την ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες. Στόχος 2020: 15%. Ευρωπαϊκός μέσος όρος για την ανάγνωση: 19,7%, τα μαθηματικά: 22,2% και τις φυσικές επιστήμες: 20,6%.

Έπειτα από αρκετά χρόνια σταθερής προόδου, τα αποτελέσματα του 2015 παρουσίασαν σημαντική κάμψη. Επτά κράτη μέλη έχουν μέσο όρο ποσοστών και στους τρεις τομείς κάτω του 10% (Εσθονία, Φιλανδία, Ιρλανδία, Δανία, Σλοβενία, Πολωνία, Γερμανία), ενώ έξι χώρες είναι στο 20% ή το υπερβαίνουν (Σλοβακία, Ελλάδα, Μάλτα, Ρουμανία, Κύπρος, Βουλγαρία).

Ελλάδα- ανάγνωση: 27,3%, μαθηματικά: 35,8%, φυσικές επιστήμες: 32,7%

5. Ποσοστό απασχόλησης πρόσφατων πτυχιούχων- Το μερίδιο των απασχολούμενων ατόμων ηλικίας 20 έως 34 ετών που είχαν ολοκληρώσει επιτυχώς εκπαίδευση από Λύκειο και πάνω, ένα έως τρία έτη πριν από την έρευνα και τα οποία δεν είναι πλέον σε εκπαίδευση ή κατάρτιση. Στόχος 2020: 82%. Ευρωπαϊκός μέσος όρος: 80,2%,

Ελλάδα: 52%.

Το ποσοστό απασχόλησης των εργαζόμενων- πρόσφατων πτυχιούχων στην ΕΕ αυξάνεται από το 2011 σε συνάρτηση με τα αυξανόμενα ποσοστά απασχόλησης του συνολικού πληθυσμού σε ηλικία εργασίας. Το 2017, το ποσοστό απασχόλησης των πρόσφατων αποφοίτων ανώτατης δευτεροβάθμιας, μεταδευτεροβάθμιας μη τριτοβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έφθασε το 80,2%, με έντονες διαφορές ανάλογα με το επίπεδο και τον τομέα της εκπαίδευσης. Το ποσοστό αυτό ήταν 84,9% για τους απόφοιτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, 76,6% για τους απόφοιτους ανώτερης δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης και 64,1% για τους πτυχιούχους γενικής ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

6. Συμμετοχή των ενηλίκων στη μάθηση- Το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 25 έως 64 ετών που έλαβαν επίσημη ή μη τυπική εκπαίδευση ή κατάρτιση κατά τις τέσσερις εβδομάδες που προηγήθηκαν της έρευνας. Στόχος 2020: 15%. Ευρωπαϊκός μέσος όρος: 10,9%.

Το 2017, μόνο 10,9% των ενηλίκων είχαν αναλάβει οποιαδήποτε πρόσφατη μαθησιακή δραστηριότητα. Το ποσοστό αυτό ήταν σχεδόν ίδιο με το 10,8% του 2014 και μόνο λίγο υψηλότερο από το 9,3% του 2010. Μόνο σε ορισμένες χώρες -οι περισσότερες από αυτές στη βόρεια Ευρώπη (Εσθονία, Σουηδία, Φιλανδία)- παρουσιάζεται μια συνεπής και σημαντική αύξηση των ενηλίκων που συμμετέχουν στη μάθηση. Αντίθετα, άλλες χώρες, κυρίως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σλοβενία και η Δανία, σημείωσαν σημαντική μείωση του ποσοστού συμμετοχής των ενηλίκων στη μάθηση από το 2010.

Το ποσοστό στην Ελλάδα από 3,2% το 2014 ανέβηκε το 2017 στο 4,5%.

Εκπαίδευση και μετανάστευση, αυτό το φλέγον ζήτημα

Οι σπουδαστές με μεταναστευτικό υπόβαθρο σημειώνουν χαμηλά ποσοστά επίτευξης της βασικής ακαδημαϊκής επάρκειας, είναι λιγότεροι ικανοποιημένοι από τη ζωή τους και αντιμετωπίζουν περισσότερο σχολικό άγχος από τους υπόλοιπους. Από την άλλη πλευρά, κατά μέσο όρο, αναφέρουν ένα ελαφρώς υψηλότερο κίνητρο για την επίτευξη ακαδημαϊκών στόχων από τους ντόπιους συναδέλφους τους.

Αυτά τα στοιχεία δεν αφορούν μόνο τους φοιτητές που γεννήθηκαν στο εξωτερικό, αλλά και εκείνους που γεννήθηκαν από ξένους γονείς που αντιπροσώπευαν το 2015 περίπου το 6,5% των φοιτητών στην ΕΕ των 28 (έναντι 4,8% της πρώτης γενιάς).

Το 2017, κατά μέσο όρο στην ΕΕ, 9,6% των ντόπιων μαθητών εγκατέλειψαν το σχολείο έχοντας φτάσει στο επίπεδο γυμνασιακής εκπαίδευσης, έναντι 19,4 των μαθητών με μεταναστευτικό υπόβαθρο.

Στην Ελλάδα, τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν την ίδια χρονιά 5,4% και 16,9%.

Επίσης, στην ΕΕ ολοκληρώνουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση 40,6% των ντόπιων ατόμων ηλικίας 30- 34 ετών, με το ποσοστό να αγγίζει το 47,1% στην Ελλάδα, έναντι 36,3% όσων έχουν μεταναστευτικό υπόβαθρο (11,9% στην Ελλάδα).

Εκτός από τις αναγκαίες γνώσεις και τις ικανότητες, τα εκπαιδευτικά συστήματα έχουν την ευθύνη να ενσωματώσουν πλήρως τα άτομα με μεταναστευτικό υπόβαθρο στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Κι αν συμπεριλάβουμε τις μεγάλες ροές από αιτούντες ασύλου, τότε αυτό για την ΕΕ είναι αναγκαίας σημασίας. 

Τον Ιανουάριο του 2018, ο πληθυσμός της ΕΕ υπολογίστηκε σε 512,6 εκατ., έναντι 511,5 εκατ. την 1η Ιανουαρίου 2017. Κατά το 2017, στην ΕΕ σημειώθηκαν περισσότεροι θάνατοι (5,3 εκατ.) από τις γεννήσεις (5,1 εκατ.), γεγονός που σημαίνει ότι η φυσική μεταβολή στον πληθυσμό της ΕΕ ήταν αρνητική. Η συνολική αύξηση του πληθυσμού κατά 1,1 εκατ. οφειλόταν επομένως στην καθαρή μετανάστευση από χώρες εκτός της ΕΕ.

Το ποσοστό των νέων μεταξύ των μεταναστών είναι υψηλό, ιδίως μεταξύ των αιτούντων άσυλο, οι οποίοι μπορούν να ενταχθούν στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Πηγή: neopolis.gr